Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us

ΟΙ OIKOΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΚΩ

05/01/2021
85 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

Το ποδήλατο και η εποχή του, όπως την αφηγείται η Ντίνα Χατζηπέτρου


Το ποδήλατο! Γνώρισμα κι αυτό της Κω, μία χαριτωμένη νότα, ένα συν στην όλη όμορφη εικόνα της πόλης. Μοναδικό μεταφορικό μέσο, ψυχαγωγικό, υγιεινό και αισθητικά ωραίο. Οι δρόμοι ευρείς, καθαροί, ελεύθεροι, προσφορά, πρόκληση και πρόσκληση να τους χαρείς «πεζός κι αρματωμένος» δηλαδή ωχούμενος επί ποδηλατού. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε μηχανάκια, ούτε οι απαίσιοι ήχοι τους, ούτε οι μολύνσεις τους.

Μόνον ποδηλάτες, ποδηλάτισσες, πεζοί και η χαρά της ζωής. Όλοι στην Κω κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, άνδρες και γυναίκες, γέροι, νέοι και παιδιά. Ένας κοινός αθόρυβος εντελώς, παράδεισος. Και οι πρώτοι τουρίστες ανακάλυψαν αυτό το ωραίο μέσο κι έβλεπες χαριτωμένες παρέες να κάνουν τον περίπατό τους με ποδήλατα, να τραγουδούν, να χαίρονται.

Δεν ξέφυγα κι εγώ απ’ αυτό τον ωραίο ρυθμό. Ένιωθα ευεξία στους μακρείς περιπάτους μου, με το ποδήλατό μου και μόνη και με την παρέα μου. Ήταν κάτι που σε γέμιζε χαρά και αισιοδοξία. Δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο, δεν είχε τη σκληρή αίσθηση της μηχανής, ήταν χαριτωμένο και ανθρώπινο, αθόρυβο που διευκόλυνε την ψυχαγωγία και την επικοινωνία.

Ένιωθα να εκτονώνομαι, να πετώ την περιττολογία μου (υλική και αισθηματική) και να πληρώνομαι μ’ ένα ισόρροπο αίσθημα πάνω στους ζυγισμένους τροχούς που γύμναζαν την ύπαρξή μου. Ένωθα ελευθερία ανάσας οξυγόνου και ιωδίου. Πολλές φορές τρέχαμε, όταν βρισκόμαστε έξω από την πόλη προς το Ψαλίδι και εκείθεν προς τον Φάρο με κατεύθυνση τον Αγιο Φωκά, παρ’ όλο που ο δρόμος ήταν τότε χωρίς άσφαλτο. Ήταν όμως ωραίος χωματόδρομος, δίπλα σε μία πανέμορφη θάλασσα.

Σήμερα, η παραλία αυτή γέμισε ξενοδοχεία, αυτοκίνητα, μηχανάκια, με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Η ζωή έγινε σκυθρωπή και η χαρά της – όπου υπάρχει- δεν έχει εκείνη την αγνότητα, την αφέλεια και τη χάρη της τότε Ποια προτιμώ ασφαλώς εκείνη, την τότε. Είχε μία ποιότητα άλλη. Η προσθήκη της κοσμοπολίτικης αίσθησης δεν ταιριάζει στο τοπίο που είναι απλό, λιτό και όμορφο, ίσον ελληνικό. Ο τόπος γεννάει την Ελλάδα και θέλει προσοχή ο τόπος. Δεν πρέπει να διώχνει την Ελλάδα. Αχ, να χαράζαμε τα όρια της δημιουργίας μας με το πνεύμα του τόπου… το ποδήλατο ταίριαζε τόσο με τον τόπο και θα ήταν αληθινή πρόοδος, αν οι τοπικοί άρχοντες λευτέρωναν μερικούς δρόμους, αν τους αφιέρωναν στους ωραίους ποδηλάτες και στις ποδηλάτισσες. Μόνον!

Όσο για μένα; Θ’ αγοράσω ξανά ένα καινούργιο ποδήλατο. Οι ωραίες συνήθειες ας μας ακολουθούν.

Παρά θιν’ άλος είναι εκεί που νιώθεις το ομηρικό χέρι να σε χτυπάει φιλικά στην πλάτη, καθώς κάθεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδιά και μετράς με αφέλεια παιδική (γιατί τη χάνουμε;) τα γρι-γρι που προχωρούν τα παραπεταγμένα φώτα τους μέσα στο θάλάσσιο δρόμο. Νιώθεις συντροφευμένος με προγονικές φωνές και την απόσταση των χρόνων ανύπαρκτη. Δεν θέλεις τίποτα άλλο τη στιγμή εκείνη που πιστεύω ότι δεν είναι μόνο δική σου. Πρόγονε μου ωραίε, λες κι εσύ το ίδιο για μένα; με προσφωνείς απόγονέ μου ωραίε; Θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός (αόρατος) μετασχηματιζόμενης αόρατης σχέσης όμορφης επικοινωνίας που μας φτάνει. Δεν εξηγείται η ανάμνηση.

Νιώθαμε όμορφα τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδια κάτω από τις αρμυρίθρες, δίπλα στη θάλασσα στο «Αύρα» και στο «Ακταίον». Πολλές φορές τραγουδούσαμε, άλλες πάλι κουβεντιάζαμε, απαγγέλαμε στίχους, πάντα έτοιμη τη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου ο πρεσβύτης συνάδελφος Νίκος Χατζηβασιλείου. Άλλοτε πάλι μας έπαιζε με το ακορντεόν ωραία μουσικά κομμάτια η καθηγήτρια της ωδικής Τζένη Δεϊμέζη. Και τι θαύμα!

αν τύχαινε να περνάει δίπλα μας το πυραφάνι… Τότε εγγίζεις κάτι μεταφυσικό… και το πάφλασμα του κουπιού σιγόνταρεαπαλά… Είμαστε στη θάλασσα, πόσο άρχιζα να την αγαπώ. Κι ακόμα πιο πολύ όταν παίρναμε βάρκα κι ανοιγόμαστε κωπηλατούντες. Ήταν πανέμορφη αίσθηση. Άφηνα το χέρι μου στο νερό να το διασχίζει, να το θωπεύει σαν ευγνωμοσύνη… σαν κουπί. Ο πολιός Γέρων, ο πρόγονος αφέντης της θάλασσας ήταν εκεί, μαζί μας. Μας ευλογούσε και η όμορφη Θέτις…

ΤΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Ένα έδεσμα – γλύκισμα – που παρασκευάζεται στην Κω, είναι τα βάρβαρα. Το όνομα παό το όνομα της Αγίας Βαρβάρας. Προς τιμήν της παρασκευάζεται και τρώγεται μετά περισσής ορέξεως. Ποιος δοκίμασε και δεν ζήτησε και δεύτερο πιάτo;

Όσο για μένα, η πρώτη μου γνωριμία με τα Βάρβαρα, ήταν μια εικόνα απείρου κάλλους που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είχε κάτι το ζεστό, το οικείο και το πολύ συντροφικό, Καθώς μπήκα στην κουζίνα της σπιτονοικοκυράς μου κ. Μαριγώς Χατζηαμάλλου – Καραναστάση, για το συνηθισμένο πρωινό καφεδάκι μου, βρέθηκα μπροστά στην καταπληκτική αυτή εικόνα που θα μπορούσε να γίνει ένα από τα ωραιότερα θέματα μεγάλου ζωγράφου, αν την αντίκρυζε.

Τρεις ηλικιωμένες γυναίκες ( η μία περασμένα τα ενενήντα) κόρη, μάνα και πεθερά σκυμμένες πάνω σ’ ένα κοινό βαθύ πήλινο πιάτο με κουτάλια, έτρωγαν με συγκέντρωση και ευχαρίστηση κατανυκτικής σιωπής κάτι – φαίνεται- πολύ νόστιμο. Έδινε την εντύπωση σούπας. Καλημέρα, τι τρώτε: «ορίστε» η απάντηση κι από τα τρία στόματα των τριών ηλικιωμένων γυναικών «ορίστε πιάσε» (φράση κώτικη, αβρή) Βάρβαρα. Και φυσικά μου δώσαν κουτάλι και… έπιασα. Τι ήταν όμως εκείνο; Τι νοστιμιά αμβροσίας;

Βάρβαρα λοιπόν. Θα μάθω να φτιάχνω είπα. Χρησιμοποιείς σχεδόν πολλά είδη δημητριακών με βάση το σιτάρι, προσθέτεις φασόλια παντός είδους, ροβίθια και λοιπά. Τα βράζεις ώρες πολλές. Και στο τελείωμα προσθέτεις ταχίνι (με προσοχή σαν το αυγολέμονο), ρόδια, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, πετιμέζι, ανθόνερο (ροδόσταμο). Φτιάχνεις έτσι ένα παχύρρευστο νοστιμότατο έδεσμα. Είναι ή δεν είναι αμβροσία;


Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

×

ΕΞΟΔΟΣ